Ο Κρητικός που τα έβαλε με τις πολυεθνικές των σνακ.




DAMIANAKiS

Δοκιμάζοντας τα προϊόντα τους θα πίστευες ότι οι άνθρωποι που τα παράγουν έχουν πίσω τους ιστορία πολλών γενιών στην παραγωγή κρητικών παξιμαδιών, ντάκων και σνακ.

Δεν είναι όμως έτσι, η Κρητών Άρτος, δημιουργήθηκε από τον Μανώλη Δαμιανάκη πριν από δέκα μόλις χρόνια.

Χωρίς πρότερη εμπειρία στον χώρο των τροφίμων και με σπουδές στο Οικονομικό της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με τα παξιμάδια το 2004.

«Ήθελα να κάνω κάτι παραγωγικό χειροπιαστό, κάτι που να προσθέτει στην πραγματική οικονομία.

Δεν γνώριζα όμως τι είναι αυτό που ήθελα ακριβώς να κάνω, ήξερα όμως ότι ήθελα να είναι κάτι διαφορετικό. Αρχικά σκέφτηκα να ασχοληθώ με τα κουνέλια, καθώς τρώμε αρκετά στην Ελλάδα και τα περισσότερα είναι εισαγωγής.

Πήγα στην Ιταλία επισκέφθηκα μονάδες εκτροφής αλλά τελικά έκανα πίσω. Όπως δεν προχώρησαν και κάποιες σκέψεις που έκανα για τον πρωτογενή τομέα, για κάποιες ειδικές καλλιέργειες.

Τελικά κατέληξα στα παξιμάδια και αυτό που με επηρέασε ήταν κάτι συναισθηματικό.

Η ανάμνηση που είχα από το χωρίο μου στον Ψηλορείτη όπου το παξιμάδι ήταν στην καθημερινή μας διατροφή – δεν υπήρχε φούρνος και μαλακό ψωμί – και εμένα μικρό να μπαίνω μέσα στον φούρνο για να βγάλω τα παξιμάδια, με οδήγησαν τελικά να προχωρήσω στην δημιουργία της “Κρητών Άρτος”».

Σε σχέση με τις προηγούμενες σκέψεις του το παξιμάδι είχε μερικά ακόμη πλεονεκτήματα: είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κρητικής διατροφής και αποτελεί επίσης ξηρό φορτίο μακράς ζωής.

Λίγοι γνωρίζουν ότι η ιστορία του ξεκινάει από τους  Μινωϊκούς  χρόνους όταν στα καράβια οι ναυτικοί ανακάλυψαν ότι αν φουρνίσεις δύο φορές το ψωμί αυτό διατηρείται πολύ περισσότερο.

To παξιμάδι αποτέλεσε το όχημα να βγει η «Κρητών Άρτος» εκτός των τειχών της Κρήτης και να έχει ισχυρή παρουσία και στην αγορά της Αθήνας.

Παρά την αρχική αισιοδοξία ότι το προϊόν θα μπορούσε να έχει και μία τύχη στο εξωτερικό αυτή δεν ήρθε ποτέ καθώς το κρητικό παξιμάδι αποδείχθηκε πολύ σκληρό για να τα γευστικά γούστα των Ευρωπαίων.

Αντίθετα το σνακ «Μικιό» που βασίζεται και αυτό στην λογική και τον τρόπο παραγωγής του παξιμαδιού τα κατάφερε μία χαρά.

Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, το 2005, οι πωλήσεις της εταιρείας ήταν 70% στην Κρήτη και το υπόλοιπο στην Αθήνα.

Το 2014, την τελευταία ολοκληρωμένη χρήση δηλαδή, η Κρήτη δεν υπερβαίνει το 2% των πωλήσεων, η υπόλοιπη Ελλάδα καλύπτει το 75% και το υπόλοιπο είναι εξαγωγές.

Το «Μικιό» με όπλο τις γεύσεις του και ότι αποτελεί ένα σνακ χωρίς καθόλου συντηρητικά, χρώματα και αρώματα αλλά με πραγματικά υλικά ήρθε να κάνει την επανάσταση στον χώρο δημιουργώντας μία νέα κατηγορία από την αρχή.

«Κάθε μήνα θα χρειαστούμε δύο τόνους τυρί για τις ανάγκες μας, 10 με 12 τόνους ελαιόλαδο, πηγαίνουμε στην κεντρική αγορά και σηκώνουμε όλο το σταμναγκάθι.

Όλα αυτά στοιχίζουν πολύ φτίαχνουμε όμως ένα προϊόν που δεν θα φοβηθείς να το δώσεις στο παιδί σου, γιατί ξέρεις ότι τρώει πραγματικά τρόφιμα, ούτε “έψιλον”, ούτε χρωστικές, ούτε συντηρητικά που έχουν άλλα σνακ».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει στις εκθέσεις τροφίμων στο εξωτερικό ο Μανώλης και η ομάδα εξαγωγών της «Κρητών Γεύσεις» είναι να πείσουν τους αγοραστές ότι αυτά που αναφέρει η συσκευασία στα συστατικά είναι αληθινό.

«Τους φαίνεται αδιανόητο ότι τέτοιο προϊόν που οπτικά δεν είναι και ιδιαίτερα ελκυστικό έχει τόσο έντονες και ενδιαφέρουσες γεύσεις και ότι αυτές προέρχονται μόνο από φυτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Στην Μ. Βρετανία που τα χόρτα δεν τα έχουν στην διατροφή τους μας κοιτούσαν παράξενα όταν τους εξηγούσαμε πως βράζουμε το σταμναγκάθι και μετά το ζυμώνουμε και το κάνουμε σνακ.

Σε μία αγορά που όλοι ψεκάζουν απλώς τα προϊόντα τους για να δώσουν γεύση μπέικον ή σκόρδο εμείς φαντάζουμε οι “τρελοί” από την Κρήτη που πηγαίνουμε με τον παραδοσιακό τρόπο».

Το Μικιό έχει βρει σταθερή στέγη ήδη σε πολλές αγορές του εξωτερικού με πιο δυνατές αυτές της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Σουηδία) ενώ μικρότερες ποσότητες φθάνουν σε Αμερική, Αυστραλία, Κίνα και πρόσφατα στην Ιαπωνία.

Στρατηγική για το 2015 είναι να αναπτυχθεί η εταιρεία από εκεί που ξεκίνησε πριν από 10 χρόνια, τα παξιμάδια.

Μπορεί ως νέα εταιρεία τότε να είχε ρίξει το βάρος της στο να φτιάχνει ντάκους και παξιμάδια με το σήμα των σούπερ μάρκετ – σήμερα οι περισσότερες αλυσίδες είναι πελάτες της – όμως άφησε πίσω το δικό της προϊόν.

Όπως εξηγεί ο Μανώλης Δαμιανάκης τις επόμενες εβδομάδες θα κυκλοφορήσουν, μετά από έξι μήνες ερευνών, τα νέα παξιμάδια που θα είναι ακόμη πιο υγιεινά και με πιο πλούσια γεύση τοποθετημένα σε καινούργιες συσκευασίες που προστατεύουν καλύτερα το προϊόν.

Αναπόφευκτα καθώς ο Μανώλης Δαμιανάκης είναι οικονομολόγος μπήκαμε στον πειρασμό να τον ρωτήσουμε για την οικονομική κατάσταση.

Δηλώνει αισιόδοξος και θεωρεί ελάχιστες τις πιθανότητες να βγει η χώρα από το ευρώ καθώς η κάτι τέτοιο δεν το επιθυμεί καμία από τις δύο πλευρές.

Παράλληλα πιστεύει ότι η κυβέρνηση πρέπει να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις: “δεν είμαστε Γερμανία, και ούτε μπορούμε να γίνουμε, να έχουμε βιομηχανίες όπως η Μπάγιερ και τους άλλους κολοσσούς που πουλάνε σε όλο τον κόσμο.

Η ελληνική οικονομία είναι δομημένη στην επιχείρηση των 10 έως 100 ατόμων κατά βάση. Τι θέλουν αυτές οι εταιρείες;

Ένα ξεκάθαρο φορολογικό πλαίσιο, την επίλυση στο πρόβλημα χρηματοδότησης από τις τράπεζες, ένα κράτος που να μην είναι απέναντι.

Άρα ένα μικρότερο και πιο ευέλικτο κράτος που να κατανοεί ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι ανταγωνιστής ή εχθρός αλλά αυτός που αποτελεί τον άλλο πυλώνα που θα φέρει την ανάπτυξη”.

 

Πηγή: News247.gr/