Χαρούπι “η σοκολάτα των φτωχών”




Η χαρουπιά είναι δέντρο μακρόβιο, καλλιεργείται στη Μεσόγειο κυρίως στην Κρήτη, συνήθως σε περιοχές με ήπιο και ξηρό κλίμα και φτωχό υπέδαφος. Η αξία της αναγνωρίστηκε από τους Έλληνες, οι οποίοι έφεραν την καλλιέργειά της από τη Μέση Ανατολή (Συρία, Παλαιστίνη).
Στην Κρήτη έχουν βρεθεί κάρβουνα χαρουπιάς σε στρώματα Υστερομινωικής Εποχής. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο στην εποχή του, το δέντρο φυόταν στη Συρία, στην Ιωνία, όπου ονομαζόταν «κερωνία». Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές η εξημέρωση του δέντρου έγινε τα ρωμαϊκά χρόνια. Στη Ρώμη πρέπει να έφτασε μέσω της Ελλάδας, όπως προκύπτει από τη λατινική ονομασία Siliqua graeca (ελληνικός λοβός). Έχει φλοιό καστανόφαιο, λεπτό, κόμη πυκνή, συνήθως σφαιρική, φύλλα πτερωτά βαθυπράσινα και γυαλιστερά από πάνω, ωχροπράσινα από κάτω, άνθη με βαριά οσμή, χωρίς πέταλα. Ο καρπός της χαρουπιάς είναι λοβός πεπλατυσμένος. Τα χαρούπια είναι μακριά, στριφτά και σκληρά πράσινου χρώματος όταν είναι άγουρα και ξυλώδη εξωτερικά ,καστανού χρώματος όταν είναι ώριμα. Η σάρκα του ώριμου καρπού περιβάλλει μέχρι και είκοσι καστανόχρωμα και πολύ σκληρά φακοειδή σπέρματα, διατεταγμένα κατά μήκος του. Είναι σακχαρώδης και έχει ευχάριστη, γλυκιά γεύση.
Το χαρούπι είναι υπερτροφή με μεγάλη διάρκεια ζωής και αξιόλογα προϊόντα, όπως το χαρουπόμελο, το χαρουπάλευρο και η χαρουμπία. Γνωστό ως «η σοκολάτα των φτωχών», έσωσε τον πληθυσμό της Κρήτης από τον λιμό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και συνιστά εναλλακτική επιλογή καλλιέργειας στην παγκόσμια κλιματική αλλαγή. Άλλες ονομασίες του είναι Χαρούπι της Κρήτης, Χαρουπιά, Κερατέα, Ξυλοκερατιά, Ξυλοκέρατα, Κερωνία, Σοκολάτα των Φτωχών, Σοκολάτα της Κρήτης, Κατσούνια, Ζαχαροχάρουπα.
Στην Κρήτη χαρουπιές συναντάμε σε όλους τους νομούς του νησιού, σε βουνοπλαγιές, σε χαράδρες, ανάμεσα στα ελαιόδεντρα και στο μοναδικό χαρουποδάσος της Μεσογείου, στις Τρεις Εκκλησιές, νότια του νομού Ηρακλείου. Χαρουπιές συναντάμε φυτεμένες και μέσα στις μεγάλες πόλεις, η φυλλωσιά του δέντρου απορροφά την ηχορύπανση των αυτοκίνητων.
Τα προϊόντα από χαρούπι, όπως το παξιμάδι, το ψωμί, οι ντάκοι (κριθάρι, χαρούπι), το χαρουπόμελο, η χαρουμπία, το παστέλι και η ρακή, χαρακτηρίζουν ιδιαιτέρως την κρητική διατροφή. Χάρη στον πλούσιο διατροφικά σακχαρώδη πολτό τους, τα χαρούπια αποτελούν βασικό συστατικό στη διατροφή των εκτρεφόμενων ζώων. Αιώνες τώρα, χρησιμοποιούνται κυρίως στη διατροφή ιδιαίτερα των μηρυκαστικών, των πτηνών, χοίρων, αλόγων και γαϊδουριών.
Η χαρουμπία ανήκει στην οικογένεια των σερμπετιών, των βυζαντινών αναψυκτικών που εξελίχθηκαν από τους Οθωμανούς. Το ποτό από σιρόπι χαρουπιού και δροσερό νερό είναι μέχρι σήμερα διαδεδομένο στην Αίγυπτο, τον Λίβανο και τη Συρία. Χαρουμπία ονομάζεται το μείγμα χαρουπόμελου και νερού αλλά και το αναψυκτικό γλύκισμα από χαρουπόμελο. Μάλιστα επί Τουρκοκρατίας πλανόδιοι πωλητές της χαρουμπίας ήταν οι Αφρικανοί που ζούσαν στην Κρήτη. Το χαρουπόμελο παρασκευάζεται με κομμένους και ελαφρά κοπανισμένους ώριμους λοβούς ή λοβούς και σπόρους, οι οποίοι, αφού βράσουν για λίγο, παραμένουν για ένα εικοσιτετράωρο στο νερό. Μετά σουρώνονται και αρκεί να σιγοβράσει το νερό μέχρι να αποκτήσει την επιθυμητή πυκνότητα.
Στο παρελθόν κατά την περίοδο της συγκομιδής, οι καλλιεργητές μετακινούνταν στα χωράφια με τις χαρουπιές, όπου παρέμεναν μέχρι το τέλος της συγκομιδής. Έτρωγαν και κοιμούνταν όλοι μαζί. Μετά τη συγκομιδή ακολουθούσε γιορτή με παραδοσιακά όργανα (λύρα ή βιολί και λαούτο), τραγούδι και χορό.
Σήμερα η κοινότητα των καλλιεργητών του χαρουπιού στην Κρήτη προσαρμόζεται συνεχώς στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών σε σχέση με την παραγωγή χαρουπιού. Ενώ στις μεταπολεμικές δεκαετίες η παραδοσιακή καλλιέργεια του χαρουπιού έτεινε να εγκαταλειφθεί, σήμερα ολοένα και περισσότερο κερδίζει έδαφος, διότι δεν απαιτεί επίπονη εργασία και επισφαλείς επενδύσεις. Επίσης, η οικονομική της απόδοση βρίσκεται σε συνεχή άνοδο. Η αναγνώριση της διατροφικής αξίας του χαρουπιού συμβάλλει πλέον στην ενίσχυση και ανάδειξη της πολιτισμικής ταυτότητας του στοιχείου στο πλαίσιο των αγροδιατροφικών παραδόσεων της Κρήτης.

Πηγή:

Μύθοι και Θρύλοι της Κρήτης