Μια πλούσια γυναίκα βοήθησε έναν άστεγο, αλλά μόλις μάθετε το μυστικό της…




11991

Η καλοσύνη είναι σαν μπούμερανγκ – επιστρέφει πάντα πίσω. Μια ιστορία κάνει το γύρω του Facebook, όπου μια πλούσια γυναίκα βοηθάει έναν άστεγο άνδρα, υπάρχει όμως ένας πολύ συγκεκριμένος λόγος που το κάνει αυτό. Και αυτό είναι ένα μεγάλο μάθημα για όλους μας.

«Καλημέρα«, είπε η γυναίκα καθώς συνάντησε έναν άνδρα που καθόταν σε ένα παγκάκι.

Ο άνθρωπος σιγά-σιγά σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε.

Ήταν μια γυναίκα σαφώς εκλεπτυσμένη. Το παλτό της ήταν καινούριο και φαινόταν σαν να μην είχε χάσει ποτέ ένα γεύμα στη ζωή της.

Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι ήθελε να κάνει πλάκα μαζί του, όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτήν. «Αφήστε με ήσυχο«, γρύλισε…

Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, η γυναίκα συνέχισε να στέκεται δίπλα του.

Ήταν χαμογελαστή με τα κατάλευκα δόντια της να έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη δική του εμφάνιση. «Πεινάς;» τον ρώτησε.

«Όχι«, απάντησε εκείνος σαρκαστικά. «Μόλις γύρισα από δείπνο με τον πρόεδρο.»

Το χαμόγελο της γυναίκας έγινε ακόμη μεγαλύτερο και ξαφνικά ο άντρας ένιωσε ένα απαλό χέρι κάτω από το βραχίονά του.

Credit: ThinkStockCredit: ThinkStock
«Τι κάνεις κυρία μου;» ρώτησε ο άνδρας θυμωμένα. «Είπα να με αφήσεις ήσυχο.»

Ακριβώς τότε εμφανίστηκε ένας αστυνομικός. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κυρία μου;» ρώτησε.

«Όχι, κανένα απολύτως«, απάντησε η γυναίκα. «Απλώς προσπαθώ να σηκώσω αυτόν τον άνθρωπο. Θα με βοηθήσετε;»

Ο αξιωματικός έξυσε το κεφάλι του. «Αυτός είναι ο γερο-Jack, μόνιμος θαμώνας της περιοχής τα τελευταία 2 χρόνια. Τι θέλετε μαζί του;»

«Βλέπετε την καφετέρια εκεί πέρα;» ρώτησε. «Θέλω να τον πάω εκεί για να φάει και να ζεσταθεί λιγάκι.»

«Είστε τρελή κυρία μου;» απόρησε ο άστεγος. «Δεν θέλω να πάω εκεί!«, αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ένιωσε άλλο ένα ζευγάρι χέρια, πιο δυνατά, να τον σηκώνουν. «Αφήστε με να φύγω κύριε αστυνόμε. Δεν έκανα τίποτα!»

«Θα σου κάνει καλό Jack«, απάντησε ο αξιωματικός. «Μην το χαλάς.»

Τελικά, και με κάποια δυσκολία, η γυναίκα και ο αστυνομικός πήραν Jack στην καφετέρια και τον κάθισαν σε ένα τραπέζι σε μια απομακρυσμένη γωνιά. Ήταν σχεδόν 12 το πρωί κι έτσι οι περισσότεροι από τους πελάτες που πήγαιναν εκεί για το πρωινό τους είχαν ήδη φύγει.

Ο διευθυντής της καφετέρια στάθηκε δίπλα από το τραπέζι και είπε «Τι συμβαίνει εδώ, αστυνομικέ;«. «Τι είναι όλα αυτά; Έχει μπλέξει αυτός ο άνθρωπος;»

«Αυτή η γυναίκα τον έφερε εδώ για να φάνει«, απάντησε ο αστυνομικός.

«Όχι εδώ!«, απάντησε ο διευθυντής οργισμένα. «Και μόνο που βρίσκεται εδώ μέσα είναι κακό για την εικόνα της επιχείρησής μου!»

Ο γερο-Jack χαμογέλασε. «Βλέπετε κυρία μου. Σας το είπα. Τώρα, αν μου επιτρέπετε, θα ήθλεα να φύγω. Δεν ήθελα να έρθω εδώ εξαρχής.»

Η γυναίκα γύρισε προς τον διευθυντή και χαμογέλασε…

«Κύριε, γνωρίζετε την Eddy and Associates, την τραπεζική επιχείρηση λίγο πιο κάτω;»

«Φυσικά!«, απάντησε ανυπόμονα ο διευθυντής. «Πραγματοποιούν τις εβδομαδιαίες συναντήσεις τους σε μία από τις αίθουσες δεξιώσεων του καταστήματός μου.»

«Και να φανταστώ ότι βγάζετε αρκετά χρήματα από αυτές τις συναντήσεις;»

«Γιατί ρωτάτε; Αυτό είναι δική μου υπόθεση.»