Ο Κρητικός που άφησε τους Γερμανούς με το ‘στόμα ανοιχτό’




gulielmakis2

Είναι αλήθεια πως πολλοί από τους νέους λαμπρούς επιστήμονες που ‘γεννάει’ η Ελλάδα αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Ελευθέριος Γιουλιελμάκης που διαπρέπει στη Γερμανία.

Η Ελλάδα έχει πολλούς άξιους επιστήμονες, αλλά δεν τους στηρίζει όσο οι ανταγωνιστές της, με συνέπεια αυτοί, ιδίως οι νεότεροι, να συνεχίζουν να φεύγουν σε άλλες χώρες, λέει ο πρωτοπόρος Έλληνας φυσικός της διασποράς δρ Ελευθέριος Γουλιελμάκης, ερευνητής στο γερμανικό Ινστιτούτο Κβαντικής Οπτικής Μαξ Πλανκ, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό & Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Πρόσφατα, ο 40χρονος Ελευθέριος Γουλιελμάκης πέτυχε μια διπλή πρωτιά σε παγκόσμιο επίπεδο: δημιούργησε τους πιο γρήγορους παλμούς ορατού φωτός και με αυτούς μέτρησε σε πόσο χρόνο αντιδρούν στο φως τα ηλεκτρόνια που βρίσκονται μέσα στα άτομα της ύλης. Το «φλας» του «αναβοσβήνει» κάθε 380 αττοδευτερόλεπτα, δηλαδή 380 δισεκατομμυριοστά του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου.

Το βασικό όργανο του Έλληνα ερευνητή είναι ένα «συνθεσάιζερ πεδίου φωτός», που δημιουργεί ο ίδιος. Το επίτευγμά του μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη μιας νέας γενιάς ηλεκτρονικών κυκλωμάτων και υπολογιστών που θα βασίζονται στο φως και όχι στον ηλεκτρισμό για την επεξεργασία των δεδομένων.

Ο Έλληνας ερευνητής γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1975, αποφοίτησε από το Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης το 2000 και πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 2005. Από το 2010 είναι επικεφαλής της Ομάδας Αττοηλεκτρονικής του Εργαστηρίου Αττοφυσικής του Ινστιτούτου Κβαντικής Οπτικής Μαξ Πλανκ στο Γκάρτσινγκ της Γερμανίας.

Η έρευνα του εστιάζεται στη μελέτη της δυναμικής των ηλεκτρονίων μέσα στην ύλη, αναπτύσσοντας και χρησιμοποιώντας υπερταχέα φλας ακτίνων λέιζερ.Με την ερευνά του φιλοδοξεί να θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών κυκλωμάτων που θα λειτουργούν με φως.

Μεταξύ άλλων διακρίσεων, το 2007 τιμήθηκε με το βραβείο «Γ.Φωτεινού» της Ακαδημίας Αθηνών, το 2012 με το βραβείο Οπτικής από τη Διεθνή Ένωση Φυσικής και Χημείας (IUPAP), το 2013 με το βραβείο «Γκούσταβ Χερτς» της Γερμανικής Φυσικής Εταιρείας και το 2015 με το βραβείο «Ρέντγκεν» του Πανεπιστημίου του Γκίσεν.