Περηφάνια και προβληματισμός για το θρίαμβο των Ελλήνων στο Βερολίνο του Final Four




004633

Το ελληνικό μπάσκετ άφησε το στίγμα του στην πρώτη μέρα του Final Four. Και μπορούμε να είμαστε περήφανοι, αλλά και ταυτόχρονα προβληματισμένοι. Γράφει ο Χρ. Ρομπόλης.

Δύο μεγάλους νικητές, αλλά και δύο περήφανους χαμένους είχαν οι ημιτελικοί του Final Four του Βερολίνου. ΤΣΣΚΑ και Φενέρμπαχτσε επιβεβαίωσαν τα προγνωστικά, αλλά ταυτόχρονα Λοκομοτίβ Κουμπάν και Λαμποράλ Κούτσα πιστοποίησαν πως η απρόσμενη πορεία τους μέχρι εκεί δεν ήταν συμπτωματική.

Η ΤΣΣΚΑ τα κατάφερε με περισσότερο πειστικό τρόπο από τη Φενέρ. Και μπορεί για πολύ κόσμο η παρουσία μιας ομάδας 37 εκατ. ευρώ στον τελικό αλλά και η κατάκτηση του τροπαίου να θεωρείται αυτονόητη, αλλά φυσικά και δεν είναι. Τρανότερη απόδειξη από τις μόλις δύο κούπες στα 13 Final Four που έχει βρεθεί τα τελευταία 14 χρόνια η συγκεκριμένη ομάδα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και η επιτυχία του τελικού πιστώνεται πρωτίστως στον Δημήτρη Ιτούδη, ο οποίος λόγω… μπάτζετ εισέπραξε πολύ λιγότερη αναγνώριση από αυτή που του άρμοζε για το έργο του στην ομάδα την τελευταία διετία. Ο 45χρονος τεχνικός έχει μεν ένα πανάκριβο δυναμικό στα χέρια του, αλλά το κοουτσάρισμά του ήταν εξαιρετικό. Με μοναδικό σέντερ τον ούτε καν δίμετρο (πλην όμως τεράστιο σε πολυτιμότητα) Κάιλ Χάινς, κατάφερε να καλύψει τις αδυναμίες σε κορμιά, να βραχυκυκλώσει με τις αλλαγές στην άμυνα τη «Λόκο» και με την ωριμότητα του Ντε Κολό να επισκιάζει την τρέλα του Τεόντοσιτς στην περιφέρεια πήγε το παιχνίδι σε σκορ που εξ αρχής ήταν δεδομένο πως θα της έδινε τη νίκη. Πέραν όλων των άλλων, πάντως, η μεγάλη νίκη του Ιτούδη είναι πως έχει κατορθώσει να κάνει ομάδα ένα σύνολο από ακριβοπληρωμένους σταρ, με διακριτούς ρόλους, αυταπάρνηση στην άμυνα και πίστη στο πλάνο. Στοιχεία που δεν ήταν τόσο εμφανή πέρσι και μάλλον… ανακατεύτηκαν από την απρόσμενη επιστροφή-τότε-του Κιριλένκο.

Η Λοκομοτίβ πλήρωσε την απειρία των παικτών της. Μέχρι να βρουν τα πατήματά τους, είδαν τους μπαρουτοκαπνισμένους σε τέτοια ματς αντιπάλους τους να ξεφεύγουν νωρίς και παρότι η «Λόκο» κέρδισε ΚΑΙ τα τρία επόμενα δεκάλεπτα δεν απέφυγε την ήττα. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο Final Four του Γιώργου Μπαρτζώκα, που στα χέρια του διέθετε τότε μια ομάδα που είχε την αυτοπεποίθηση στα ύψη προερχόμενη από το έπος της Πόλης και επανέλαβε τον άθλο της στο Λονδίνο. Η καλύτερη άμυνα της διοργάνωσης δεν κατάφερε να περιορίσει την κορυφαία επίθεση, παρασύρθηκε στο ρυθμό της και τελικά η ομάδα του Κράσνονταρ έχασε όχι επειδή έβαλε 81 πόντους, αλλά επειδή δέχτηκε 88. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να νιώθει περήφανη για την πορεία της, αλλά και προβληματισμένη για το μέλλον της, μιας και οι αστέρες της-πιθανότατα και ο προπονητής της-θα αποχωρήσουν και εκείνη δεν θα συμμετέχει καν στην επόμενη Ευρωλίγκα.

Κι αν ο πρώτος ημιτελικός απέδειξε για πολλοστή πόσο υψηλού επιπέδου είναι οι Έλληνες προπονητές, ο δεύτερος κατέδειξε γιατί το ελληνικό μπάσκετ παραμένει ψηλά, αλλά και πόσο λάθος είναι που έφυγαν για τα ξένα ο Κώστας Σλούκας και ο Γιάννης Μπουρούσης. Σκεφτείτε πως σε έναν ημιτελικό μεταξύ μιας τουρκικής και μιας ισπανικής ομάδας δεν πάτησε το παρκέ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ γηγενής και οι κορυφαίοι εκατέρωθεν ήταν δύο δικά μας παιδιά!

Η Φενέρμπαχτσε κέρδισε όχι επειδή ήταν καλύτερη, αλλά εκμεταλλευόμενη την ψυχραιμία της, κάποια σφυρίγματα (ή ΜΗ σφυρίγματα) και την επιθυμία του κατά τα άλλα εξαιρετικού Άνταμς να γίνει ήρωας. Ο Σλούκας εκτόπισε απόλυτα δικαιολογημένα τον τρελο-Ντίξον, κράτησε την ομάδα του όρθια με τις αποφάσεις του και ως ένας εκ των ελαχίστων του ρόστερ με know how σε Final Four έδειξε το δρόμο προς τον τελικό, όταν όλα έδειχναν χαμένα. Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς δικαιώθηκε απόλυτα για το «ψηστήρι» στον 26χρονο γκαρντ, που πολλοί βιάστηκαν να κακοχαρακτηρίσουν για τον περιορισμένο ρόλο που είχε σε μεγάλο κομμάτι της σεζόν ξεχνώντας τα προβλήματα τραυματισμών που τον ταλαιπώρησαν.
Η Λαμποράλ Κούτσα αυτοκτόνησε, όχι όμως προτού πείσει και τον πλέον δύσπιστο πως πρόκειται για την καλύτερη value for money ομάδα της σεζόν. Μια ομάδα που επιβιώνει χρόνια τώρα στο τοπ επίπεδο, ενίοτε πλησιάζει και στο θαύμα, όχι επειδή ξοδεύει πολλά, αλλά επειδή αγοράζει έξυπνα. Έχει την ικανότητα να ανακαλύπτει διαμάντια ακόμη και σε απίθανες αγορές και να βρίσκει ευκαιρίες εκεί που δεν κοιτάζουν οι «μεγάλοι». Με υποτριπλάσιο μπάτζετ από τη Φενέρ, αλλά απίστευτη χημεία και ηγέτη τον πιο ταλαντούχο Έλληνα ψηλό όλων των εποχών (ναι, δεν είναι υπερβολή!) έδειχνε να έχει το ματς στο τσεπάκι. Όταν όμως η μπάλα έπρεπε να πάει στα στιβαρά του χέρια, αυτή παρέμενε σε εκείνα των γκαρντ που με εξεζητημένες επιλογές χάλασαν το happy end στο παραμύθι του καμαριού της Βιτόρια.

Στο τέλος της ημέρας, μπορούμε να φουσκώνουμε σαν τα παγώνια από περηφάνια για την ελληνική παρουσία (κι όχι απλώς συμμετοχή) στο Final Four. Ταυτόχρονα όμως και να προβληματιζόμαστε γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι προπονητές και παίκτες δεν είναι πλέον στα λημέρια μας. Και δεν φταίει γι’ αυτό (μόνο) η οικονομική κρίση…

 

www.sport-fm.gr