Πήγε στην…. κηδεία της και σόκαρε τον σύζυγο και δολοφόνο της




kidia

H ιστορία της Νοέλα Ρουκούντο και του συζύγου της που πλήρωσε τρίτους για να τη δολοφονήσουν ξεπερνά κάθε φαντασία και δικαιολογεί στο έπακρο τον χαρακτηρισμό «συγκλονιστική»…

Η Νοέλα καθόταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της στη Μελβούρνη και περίμενε υπομονετικά να τελειώσει η κηδεία της. Οι τελευταίοι φίλοι και συγγενείς έφευγαν με δάκρυα στα μάτια από το νεκροταφείο και κάπου εκεί, ανάμεσα στο πλήθος, εντόπισε και τον επί μια δεκαετία σύζυγό της, Μπαλένγκα Καλάλα.

Όταν αυτός την πλησίασε, η Νοέλα βγήκε από το αυτοκίνητο και κοντοστάθηκε μπροστά του. «Είναι πραγματικό αυτό που βλέπω; Είσαι φάντασμα;», ούρλιαξε ο Καλάλα για να πάρει την απάντηση «έκπληξη! είμαι ζωντανή» και ένα χτύπημα στον ώμο που τον έκανε να χοροποδήσει στον αέρα… Το γιατί θα το διαπιστώσετε αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω.

Όχι πολύ, πέντε μόλις ημέρες πριν, όταν η Καλάλα και ο σύζυγός της επισκέφθηκαν την πατρίδα τους, το Μπουρουντί, ώστε να δώσουν το «παρών» στην κηδεία της μητριάς της πρώτης. Όταν ολοκληρώθηκε η τελετή και επέστρεψαν στο δωμάτιο ξενοδοχείου, η Καλάλα ήταν απαρηγόρητη. Ο σύζυγος την προέτρεψε να βγει έξω και να πάρει «λίγο αέρα για να συνέλθει». Όπως κι έκανε…

Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν η άτυχη γυναίκα συνειδητοποιήσει ότι κάποιος σημάδευε με όπλο το κεφάλι της… Όπως γράφει η αυστραλιανή εφημερίδα The Age, μέσα σε επίσης ελάχιστο χρόνο, βρέθηκε μέσα σε ένα αυτοκίνητο, με τα μάτια της δεμένα ώστε να μην μπορεί να δει που την πήγαιναν οι απαγωγείς της…

«Τι έκανες και θέλει να σε σκοτώσει ο άνδρας σου», ρώτησε ένας από τους απαγωγείς;

«Τι είναι αυτά που μου λέτε. Αποκλείεται», αποκρίθηκε η Ρουκούντο καθισμένη πλέον σε μια καρέκλα, μέσα σε ένα άγνωστο σε αυτή κτίριο…

Οι απαγωγείς γέλασαν… «Είσαι ανόητη. Μας πλήρωσε για να σε δολοφονήσουμε» της είπαν και κάλεσαν τον σύζυγό της στο τηλέφωνο…

«Την έχουμε στο άλλο δωμάτιο. Τι να κάνουμε;», τον ρώτησαν και πάτησαν το κουμπι της «ανοιχτής ακρόασης».

«Σκοτώστε τη», διέταξε ο Καλάλα και σόκαρε τη σύζυγό του.

Το τηλέφωνο έκλεισε, αλλά οι απαγωγείς δεν ικανοποίησαν το αίτημά του. Το αντίθετο μάλιστα… Της εξήγησαν ότι είναι κατά της δολοφονίας γυναικών, αλλά ότι ακόμα και υπέρ να ήταν, δεν θα τη σκότωναν δεδομένου ότι γνώριζαν προσωπικά τον αδελφό της που εξακολουθούσε να ζει στο Μπουρουντί.

Δύο ημέρες μετά, η Καλάλα απελευθερώθηκε έχοντας στα χέρια της ένα κινητό, τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες των απαγωγέων με τον σύζυγό της και αποδείξεις για 7.000 αυστραλιανά δολάρια που τους έδωσε για να τη σκοτώσουν.

Η Καλάλα επικοινώνησε με την πρεσβεία της Αυστραλίας και έναν πάστορα από τη Μελβούρνη, διηγήθηκε την ιστορία και ζήτησε βοήθεια να επιστρέψει στην Αυστραλία. Η επόμενη σκηνή είναι αυτή κατά την οποία συνάντησε τον σύζυγό της μετά το τέλος της κηδείας…

Η Καλάλα μεγαλώνει τα δύο παιδιά της και τα τρία που είχε με άλλη γυναίκα ο πρώην πια συζυγός της. Όσο για τον Μπαλένγκα, καταδικάστηκε σε κάθειρξη εννέα ετών καθώς το παρολίγον θύμα του δεν πείστηκε από το επιχείρημα «μπήκε μέσα μου ο διάβολος και ήθελε να σε σκοτώσω». Κράτησε μόνο το «σκοτώστε τη, σκοτώστε τη»…