Αν σου σκοτώνανε το κοπέλι σου, ίντα θα γινόσουνε; Παπαδόσηφος ή Αντρέας Γιακουμάκης;




Ετούτο να το ερώτημα έβαζα στον απατό μου
Ετούτο να το ερώτημα έβαζα στον απατό μου, από την ώρα που έμαθα τις ποινές που επιβληθήκανε στους φονιάδες του ντελικανή Βαγγέλη Γιακουμάκη.
Κι ίντα ‘θελα να ρωτήξω τον απατό μου;
Λες και ξαμόλαρα λέφτερα στα σωθικά μου ένα λιονταραρχηγό και ένα άπραγο πρόβατο.
«Παπαδόσηφος θα γινόσουνα, γιατί από λιοντογενιά βαστάς κι αυτό είναι το πρεπό, το δίκιο και τ’ αντρίκιο» μου φώνιαζε ο λιόντας κι εβρυχούντανε και σειότανε τα μέσα μου.
«Γιακουμάκης θα γινόσουνα, γιατί δε θες να ‘μοιαζες εκείνων απου εσκοτώσανε το καμάρι σου, δεν είσαι σαν και δαύτους» μου φώνιαζε το άκακο πρόβατο κι έτριβε τη μουσούδα του στο μερί μου.
Κι εγώ, εγρίκουνα το λιόντα και το πρόβατο κι απόφαση δεν εμπόρουνα να πάρω.
Και των δυονών τις προσταγές, σωστές τις έκρινα.
Και επαλαντζάρηζε η γνώμη μου, πότε όθεν τη μια και πότε όθεν την άλλη μπάντα.
Του Παπαδόσηφου τη μορφή επήρε, αίφνης, ο λιόντας και τη μορφή του Αντρέα Γιακουμάκη επήρε το πρόβατο.
Μα δεν εχύμα ο λιόντας, μήτε αγλάκα να χωστει και να γλυτώσει το πρόβατο.
Μόνο εξανοίγονταν στα μάθια, που και των δυονών πλημμυρισμένα στα δάκρυα ήσανε.
Εκούνησα πέρα δώθε την κεφαλή μου για να συνέρθω.
Συνήρθα κι έδιωξα το βασανιστκό ερώτημα «Παπαδόσηφος ή Γιακουμάκης;».
Το ‘διωξα, μα αναπάντητο το ‘διωξα.
Και κατέχω πως θα με κυνηγά, ίσαμε να πάρει την απάντηση που δικαιούται.
Ανάθεμα με κι αν μπορέσω ίσαμε να ποθάνω, να δώσω τα δίκια στο λιόντα Παπαδόσηφο ή στο άκακο πρόβατο Αντρέα Γιακουμάκη.